Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Η ΠΑΡΤΙΔΑ

Σκοτάδι ξημέρωσε εκείνη τη μέρα. Δεν θυμάμαι πώς βρέθηκα εκεί. Ίσως να με πήγαν οι ένοχες σκέψεις μου. Ίσως πάλι ο φόβος , εκείνος που σε σηκώνει τις νύχτες ,στερώντας σου τον ύπνο. Καθόμουν ακίνητος. Κρατούσα τα φύλλα μου με τρεμάμενα χέρια. Εκείνος ήταν απέναντί μου. Τον είδα να με κοιτάει.Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό Του. Ήταν διαφορετικός από αυτό που είχα ονειρευτεί. Όμως να που ήταν ολοζώντανος μπροστά μου.Ο Μέγιστος των Πειρασμών, η Σκέψη που σου αλλάζει τη ζωή για πάντα. Με κοιτούσε αλλά όχι στα μάτια. Βαθιά μέσα μου , στα έγκατα της ψυχής μου ένιωθα το παγερό βλέμμα Του να ξεσκεπάζει με ευκολία όλα εκείνα που με τόσο κόπο κρατούσα κρυμμένα. Το διασκέδαζε. Αλήθεια πόσο το διασκέδαζε!

Κοίταξα ξανά τα φύλλα μου. Μου έταξε πολλά. Μου είπε πως μετά από αυτό όλα θα ήταν όμορφα και γαλήνια, πως θα ήμουν αυτό που πάντα ήθελα να είμαι.
Μου είπε ακόμη πως θα με άφηνε ήσυχο μια για πάντα. Ήθελα να Τον πιστέψω. Με έκανε να θέλω να το κάνω. Στεκόταν ακόμη εκεί και περίμενε, όπως έκανε πάντα. Όπως τότε που χτύπησα ένα μικρό παιδί με μανία όταν μου πήρε το παιχνίδι. Όπως τότε που κόπηκα σε μια άγρια συμπλοκή μεταξύ ατίθασων εφήβων.
Περίμενε. Κοιτούσε. Χαμογελούσε. Απολάμβανε.

Δίσταζα να κάνω την κίνησή μου, όμως δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να το ρισκάρω, αν ήθελα να περπατήσω ελεύθερος πάλι κάτω από το φως του Ήλιου.Πήρα μια βαθιά ανάσα. Θυμάμαι ακόμη τη γεύση που μου άφησε ο πνιγηρός αέρας. Κάποιες φορές ο βήχας μου είναι αβάσταχτος ακόμη και σήμερα.
Τα πόνταρα όλα και περίμενα να ανοιχτεί και το τελευταίο φύλλο.

Ξύπνησα κρύος και χλομός . Σαν πεθαμένος. Ποτέ δεν έμαθα ποιο ήταν το τελευταίο φύλλο. Ακόμη δεν ξέρω αν κέρδισα ή αν έχασα. Ήταν και αυτό ένα από τα πολλά παιχνίδια Του. Αυτή είναι η τιμωρία μου λοιπόν: Θα ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου μην γνωρίζοντας την έκβαση της παρτίδας. Σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου σκέψη θα με στοιχειώνει το φάντασμα της αποτυχίας. Κάποια μέρα θα μάθω. Ως τότε όμως όλες μου οι ελπίδες, όλες μου οι προσευχές και όλα μου τα όνειρα έχουν πια μια και μοναδική εικόνα: Άσσος μπαστούνι. Ή κόλαση και χάος για πάντα...


προμηθέας

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ ΚΑΙ Η ΑΣΠΙΔΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

[Φωτ. : Η ασπίδα της Θεάς Αθηνάς με το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας όπως τη συνέλαβε ο Michelangelo Merisi da Caravaggio, γνωστός απλώς ως Caravaggio.]

Σύμφωνα με τον μύθο η Μέδουσα αναφέρεται ως μία από τις τρεις Γοργόνες. Από τις τρεις αυτές αδελφές η Μέδουσα ήταν η θνητή. Το άλλο της όνομα ήταν Γοργώ, που σημαίνει άγρια ματιά.

Κόρη του Φόρκυ ή Φορκέα και της Κητούς, αδελφή των Γοργόνων Σθενώ και Ευρυάλη, και των Γραιών Δεινώ, Ενυώ και Πεφρηδώ, ήταν στην αρχή Κενταύρισσα.

Κατά μια εκδοχή ήταν τόσο όμορφη που ο Ποσειδώνας ήθελε να ενωθεί μαζί της. Μεταμορφωμένος σε άλογο βρέθηκε σε επαφή μαζί της, στον ιερό χώρο της Αθηνάς. Η θεά, εξοργισμένη με το γεγονός, δεν μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τον Ποσειδώνα και έτσι ξέσπασε πάνω στη Μέδουσα. Την μεταμόρφωσε σε απεχθές τέρας, που αντί για μαλλιά είχε φίδια. Η ασχήμια της ήταν τέτοια, που όποιος την κοιτούσε στο πρόσωπο πέτρωνε.

Τελικά τη σκότωσε ο Περσέας, με την βοήθεια της Αθηνάς. Το κεφάλι της, το περίφημο «Γοργόνειο», το παρέλαβε η θεά από τον ήρωα και το επέθεσε στην ασπίδα της, επειδή το κεφάλι της, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε.