Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ



by Φόνη Σαμαροπούλου


Αρμένιζε γερμένος μονόμπατα στη μέση του δρόμου και οι πηχτές μαύρες φράντζες γύρω στο κεφάλι του  ακολουθούσαν το βηματισμό σαν σκισμένα ιστία.
Ένας Αιγέας ακόμα πνιγμένος στο χωνευτήριο του νεκροταφείου σάπιζε με τους υπόλοιπους. Ο δικός του Θησέας δεν τον είχε γελάσει. Γύρισε με τα πανιά μαύρα γιατί τον είχε προφτάσει το θηρίο.
    Φτάνοντας κάτω από το φανάρι του δήμου διπλώθηκε μισός μέσα μισός έξω στο κάδο και πιάστηκε να ξεδιαλέγει ντομάτες στο πεταμένο καφάσι . Ξηλωμένες οι μασχάλες του μάλλινου σακακιού. Φαίνονταν οι τρίχες κοκαλωμένες  από το αλάτι του ιδρώτα. Ξυπόλητος με λυμένο το σκοινί που είχε για ζώνη και το παντελόνι νά 'χει γλιστρήσει ώς στο μέσο του πισινού του που φαινόταν τριχωτός και παράλογα γαλακτώδης.  Το καλοκαίρι τελείωνε και οι ωραίες άπονες Αριάδνες με ηλιοκαμένα σώματα ντυμένα με τολμηρά μπούστα, λευκά σαλβάρια, και σανδάλια με χάντρες τυρκουάζ τον παρέκαμπταν σουφρώνοντας σιχασιάρικα τις μυτούλες τους.
    Σάββατο, οι πόρτες εισόδου είχαν ήδη κλείσει και  οι τελευταίοι πελάτες βούταγαν από τη φωτερή δροσιά του σούπερ μάρκετ στο ζεστό λουλακί που αιωρούνταν στο πεζοδρόμιο κουβαλώντας στο ένα χέρι τις σακούλες και στο άλλο το κλειδί που αδρανοποιούσε το συναγερμό του αυτοκινήτου. Ποπ, ποπ ακουγόταν δεξιά και αριστερά σαν να έσκαγαν καλαμπόκια στις καυτές πλάκες.
    Έβγαινε φορτωμένη, με σφιγμένα τα χείλη από την προσπάθεια και τεντωμένες τις φλεβίτσες των χεριών. Μύριζε σοκολάτα, μια σταλιά γλυκό ολόκληρη και το μαλλί στο χρώμα της καραμέλας νά 'χει ξεφύγει από την πιάστρα και να γαργαλάει το γυμνό σβέρκο. 
Αφηρημένη, τον είδε να της κλείνει την πόρτα του οδηγού. Άνοιξε και έβαλε τα πράγματα στο πίσω κάθισμα.
    Δύο γιαρμάδες έγειραν από τη χαρτοσακούλα και έπεσαν κάτω. “Αϊ στο καλό”, μουρμούρισε και έκανε το γύρο του αυτοκινήτου.
-Κάνετε σας παρακαλώ λίγο πιο πέρα να ανοίξω, του είπε.  Κώφευε.
-Σε παρακαλώ, επανέλαβε δυνατότερα, κάνεις πιο πέρα να ανοίξω.
    Κάτι άκουσε και γύρισε προς αυτήν μην καταφέρνοντας να εστιάσει παρά λίγα εκατοστά πέρα από το κεφάλι της σαν να ήταν διαφανής. Μετά την είδε.
-Καλησπέρα της είπε.
-Καλησπέρα, ανταπάντησε στα άσπρα δόντια, τα μάτια κάστανο. Eπιδοκίμασε νοερά τον νεαρό κλοσάρ.
-Καύλα.
    Διεσταλμένοι οφθαλμοί και έπειτα αστραπή τον έσπρωξε και αντιλήφθηκε  την αποφορά του βούρκου της μασχάλης του να την ακολουθεί μέσα στο αμάξι. Πίεσε το αυτόματο κλείδωμα και ξεπάρκαρε με νεύρο ακουμπώντας με τον προφυλακτήρα το παντελόνι του στο ύψος του γόνατου. Θά' θελε να του τσάκιζε τα πόδια του μαλάκα. ΤΟΥ ΜΑΛΑΚΑ.
 Την ώρα που άνοιγε το φανάρι, ο  άνθρωπος είχε σκύψει αποκαλύπτοντας τα γυμνά καπούλια του στα φώτα των αυτοκινήτων που έπεφταν επάνω του. Δεν έβλεπε τίποτα. Μόνο δύο ροδομάγουλους γιαρμάδες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου